Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Ανάληψη ευθύνης για τράπεζα Πειραιώς στη Σητεία

Ανάληψη ευθύνης για τράπεζα Πειραιώς στη Σητεία


Την Τετάρτη 8/2/2012 το βράδυ, ξημερώματα προς Πέμπτη, σπάσαμε την τράπεζα Πειραιώς με πέτρες και τσεκούρια στην πόλη της Σητείας. Την Κυριακή 12/2/2012, ξημερώματα προς Δευτέρα, επιτεθήκαμε ξανά στην ίδια τράπεζα αλλά αυτή τη φορά με πέτρες και μπουκάλια μολότοφ γεμάτα βενζίνη και λάδια μηχανής που έσκασαν στο εσωτερικό της. Μετά από λίγο κατέφτασαν οι μπάτσοι κι ένα πυροσβεστικό όχημα για να σβήσει τη φωτιά. Κάποια καθεστωτικά προσπάθησαν να μειώσουν τη δυναμική της επίθεσης παραπληροφορώντας ότι δεν έπιασε φωτιά. Η κάθε πόλη έχει τους καθεστωτικούς λακέδες της. Δεν περιμέναμε κάτι άλλο.

Ζητούμε συγγνώμη που δεν βάλαμε φωτιά ευθύς αμέσως στην τράπεζα από την πρώτη κιόλας επίθεση, αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς όπως τα θέλαμε αφού έξω από την τράπεζα κοιμόταν μια οικογένεια τσιγγάνων μέσα σε μία κλούβα.


Στόχος μας την Κυριακή, ήταν η ένταξη της σύγκρουσής μας στις πολλαπλές εστίες αντεπίθεσης εκείνης της νύχτας. Το αμέσως προηγούμενο χτύπημα της Τετάρτης, δείχνει ένα απ’ τα χαρακτηριστικά μας: ότι δεν περιμένουμε τη ‘’κεντρική’’ αγωνιστική συγκυρία ώστε να δράσουμε και ότι για μας ο όρος ‘’ώριμες συνθήκες’’ δεν υφίσταται. Δεν περιμένουμε να αρπάξουμε το ντόμινο μιας μαζικής οργής από τη μητρόπολη ώστε να δράσουμε διότι έτσι θα αντιλαμβανόμασταν την κυριαρχία του καπιταλισμού μονόπλευρα σε γεωγραφικό επίπεδο, θα εξυπηρετούσαμε την ίδια την καταστολή που είναι αφοσιωμένη στη μητρόπολη, η οποία (καταστολή) καταφέρνει να ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο και το χρόνο κάποιας μαζικής έκρηξης εκεί . Όμως και το χτύπημα της Κυριακής φανερώνει ξανά μέρος της τακτικής μας: ότι σε περίπτωση ανάλογων εξεγερσιακών διαδηλώσεων στη χώρα, εμείς θα στέλνουμε μηνύματα από άκρη σε άκρη ώστε να προπαγανδίζουμε τον αιφνιδιασμό.


Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν ανήκουμε στην κάστα των μπαρουτοκαπνισμένων γαλανόλευκων ή και αριστεροπατριωτών που τον τελευταίο καιρό νιώθουν εξοργισμένοι με την ‘’Τραπεζική’’ κυβέρνηση λες και πριν δεν ήταν τέτοια. Αξίζει να δούμε την αντίφαση: Ο ίδιος τραπεζικός που έδωσε αυτή τη μισητή ταμπέλα στην εξουσία, ο ίδιος ήταν ευεργέτης στα μάτια του λαού όταν τακτοποιούσε τα σχέδια του ελληνικού τραπεζικού ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια με το Σημίτη. Ο επεκτατισμός εκείνος τώρα βουλιάζει μιας και οι τράπεζες εκεί, χρειάζονται μετόχους για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους. Την κατιούσα των ελληνικών τραπεζικών συστημάτων στα Βαλκάνια είναι σαφές ποιοι την πληρώνουν.

Η θολούρα της εθνικής ενότητας έχει οδηγήσει το μικροαστικό κόσμο σε επιθετικές επιθυμίες, στη στροφή υπέρ μικρών κομμάτων που παλιά τα θεωρούσαν παρακατιανά, ακούμε επικλήσεις σε επαναστατικές οργανώσεις, στη Χούντα, σε ερμηνείες συνομωσίας για τη ‘’νέα παγκόσμια τάξη’’ κλπ. Σε καιρούς εθνικής παρακμής η μνήμη μιας ανησυχητικής μερίδας του ελληνικού λαού φτάνει μέχρι τους δρόμους που έφτιαξε ο Παπαδόπουλος. Η αστυνομία εν ώρα εργασίας, οι καραβανάδες μέσα στα πανεπιστήμια, η ακύρωση του συνδικαλισμού, η βία εναντίον διαδηλωτών, οι χουντικοί αλκοολικοί διδάσκαλοι, το άνοιγμα των συνόρων από τη χούντα σε πακιστανούς για να κινήσουν την καπιταλιστική μηχανή, η νοθεία της παιδείας σύμφωνα με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της δικτατορίας, οι παιδονόμοι, η ενίσχυση των συνειδήσεων των δυνάμεων καταστολής που έμεινε ζωντανή και μετά το τέλος της Χούντας, η εντατικοποίηση της κατανάλωσης ως μέσο καταστολής, φωλιάζουν στον οχετό της ελληνικής αμνησίας. Χούντα και ρωμιούς Καραμανλήδες λοιπόν, αρκεί να υψωθεί πάλι το εθνικό γόητρο του έλληνα μπροστά στην παγκόσμια ‘’ντροπή’’. Αρκεί δηλαδή να βιάζεται από ντόπιους βιαστές, παρά από ξένους..

Η αναδιανομή του πλούτου γέρνει στην πλευρά των αφεντικών.

Αφηνιασμένες εθνoμουρμούρες, απειλές ‘’θα πάρουμε τα όπλα’’, ‘’θα με δουν κι απ’ την ανάποδη’’ κλπ, τα ακούμε χωρίς τελειωμό. Η διαταξική σύνθεση όλων εκείνων που θέλουν αυτή τη στιγμή να κάψουν μία τράπεζα ή τη Βουλή, είναι τουλάχιστον φαρσοκωμική. Οργισμένα μικροαφεντικά που χάσαν τη δουλειά τους στη Σητεία επειδή ήρθε η ‘’μισητή’’ αλυσίδα σούπερ μάρκετ Χαλκιαδάκης, δε μπορούν πια να βαράνε στο ψαχνό με τις τιμές όπως παλιά. Πολλοί από αυτούς είναι και λάτρες της δραχμής και μιας εθνικής οικονομίας, αλλά θα θέλαμε πολύ να τους δούμε σε περίπτωση εθνικού νομίσματος όπου ο κάθε Χαλκιαδάκης ή Σκλαβενίτης θα αυξάνει τα κέρδη του σε ένα ενδοκαπιταλιστικό σύστημα με όρους έθνους. Πιο απολαυστικός θα ήταν ο παροξυσμός τα πρώτα χρόνια μιας τέτοιας περιόδου όπου ο πληθωρισμός θα ανάγκαζε τους υπηκόους να εισέρχονται ξανά σε ελληνικές αλυσίδες αφού θα είναι οι μόνες που θα μπορούν να ‘’χτυπήσουν’’ χαμηλές τιμές λόγω ανώτερης κεφαλαιακής συσσώρευσης σε ξένες τράπεζες από τα χρόνια της ‘’νάιλον ευδαιμονίας’’. Εκτός αν φαντάζονται πως θα υπάρχει το μπατσικό της αγοράς που θα επιβάλλει μία σταθερή τιμή για όλους όπως τα παλιά ‘’πέτρινα’’ χρόνια. Καζάκηδες και λοιποί φίλοι της δραχμής δεν παίρνουν θέση επ’ αυτών διότι ισοδυναμούν με απώλειες οπαδών μεγάλου και μεσαίου οικονομικού βεληνεκούς. Το ίδιο φιλικά προσκείμενο στα ελληνικά αφεντικά είναι το ΚΚΕ, με το Σύριζα να κλίνει περισσότερο προς τους μικροπωλητές. Η εργατική δύναμη που κινεί όλους εκείνους τους μικρό- και μεγαλό- με όνειρα κοινωνικής ανέλιξης για τους πρώτους, εκείνη είναι το φάντασμα της ιστορίας.
Η υποτίμηση της εργασίας είναι απέναντί μας: α)Η μαύρη εργασία χωρίς ένσημα για τα αφεντικά της παραλίας τα καλοκαίρια κι από τα χρόνια της ‘’ευδαιμονίας’’, β) ο νομαδισμός που επιβάλλεται με την εφήμερη εργασία εξολοθρεύοντας τα αφεντικά κάθε δυνατότητα οργάνωσης, γ)η αστάθεια που ωθεί το άτομο στο ρόλο του μικροϊδιώτη σα μορφή άμυνας (κι όχι προς μίμηση των πρώην αφεντικών του διότι έτσι εχθρευόμαστε και τις δύο πλευρές). Δ)ο βιασμός των τραπεζικών υπαλλήλων ώστε να κάνουν τους τηλεφωνικούς τρομοκράτες με απειλές για τα χρωστούμενα (υπάρχουν και εξαιρέσεις φυσικά αφού ο ρόλος του μπάτσου διαδραματίζεται και μ’ ευχαρίστηση πολλές φορές ως υπερβάλλον ζήλος στ’ αφεντικά). Εχθροί μας όσοι έχουν πληβείους κάθε προελεύσεως στα χωράφια τους με 15 ευρώ και σε καιρό κρίσης τους υποτιμούν ακόμα περισσότερο σαν αντανακλαστική κίνηση που το ελαιόλαδο έχει χαμηλή τιμή. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η σχέση κεφάλαιο είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας αν τα συνδέσουμε με τους εργάτες στη φάση αυτού του πολύμορφου καπιταλισμού, όμως δε θα ξεχάσουμε και τις ρίζες της εργατικής υποδούλωσης.

Είμαστε εχθρικοί απέναντι σε πουλημένους δημοσιογράφους-σκυλιά των βουλευτάδων, επενδυτές φυσικού περιβάλλοντος του ‘’βαθέος’’ κράτους, στη μαφία που παρακάμπτει δασικές και αρχαιολογικές υπηρεσίες, σε τζογαδόρους της αγροτικής υπεραξίας, σε οτιδήποτε μυρίζει πανελλήνιο σοσιαλιστικό κατεστημένο ή οποιοδήποτε μελλοντικό κατεστημένο, σε αφεντικά κατασκευαστικών εταιριών που στη Σητεία ήταν ανέκαθεν κάτεργα εργατικής απορρόφησης .

Οι μεγάλοι επαναστάτες του καθεστώτος (αριστεροί, ομοσπονδιακές μίξεις πασοκοσυριζέων), κατακρίνουν την παρανομία και ζητούν αποκατάσταση της ομαλής δημοκρατικής λειτουργίας ώστε να προσέλθουν σύντομα οι υπήκοοι στις κάλπες τους αντί να τους οδηγήσουν σε ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις. Η αμφισβήτηση των δομών του καπιταλιστικού συστήματος εκμετάλλευσης με την εντατικοποίηση της παραγωγικότητας, τις σχέσεις ιδιοκτησίας, την ιεραρχία της εργασίας, τη σήψη της διαμεσολάβησης, αποσιωπούνται από τους καθοδηγητές της επανάστασης, οι οποίοι καπελώνουν ενίοτε και όρους όπως ‘’αυτοοργάνωση’’ . Προπαγανδίζουν τη λάθος διαχείριση της κρίσης από συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα τονίζοντας τη θωράκιση του ντόπιου κεφαλαίου έναντι του ξένου. Όλα οδηγούν στην κάλπη ξανά.

Πύρινα λόγια εθνοσωτήρων ανακυκλώνουν την οργή. Τα αφεντικά έχουν θέσει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης σα μοχλό παθητικής αφομοίωσης της καθημερινής υποτίμησης, ωμής βίας και ‘’αντιδημοκρατικών’’ αλλαγών. Οι πολίτες μουδιασμένοι, προδομένοι από τις μαζικές πορείες που κατέστειλε με ευκολία το κράτος, έπαψαν να ελπίζουν στον εαυτό τους. Οι μαζικές πορείες εκείνες ‘’του απλού κοσμάκη’’(ο οποίος περιέκλειε από μπάτσους, μέχρι δικηγόρους, δημάρχους και εργάτες), ήταν χειρισμός του κράτους και αποκλείοντας τότε οι ίδιοι οι ‘’αγανακτισμένοι’’ διαδηλωτές φασιστικά τα αγωνιστικά εργαλεία, οδηγήθηκαν στην παραίτηση, αντί στην αναθεώρηση και την επαναφόρτιση (μέρος της τακτικής , των αγωνιστικών εργαλείων ). Την ίδια ‘’νεκρή ζώνη’’ των πρόσφατων ημερών συντηρούν ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Εμείς δε συμμεριζόμαστε αυτή την απονέκρωση, το νεκρό χρόνο. Αντιλαμβανόμαστε το σάπιο παλμό του αλλά δεν τον υιοθετούμε. Δεν περιμένουμε ηθικούς ηγέτες να πουλήσουν νομιμοφροσύνη, ούτε ανακοινώσεις των anonymous για να πανηγυρίσουμε στον καναπέ με επαναστατημένους διαμεσολαβητές, κι αυτό γιατί προωθούμε την ατομική χειραφέτηση. Την περίπτωση των anonymous ονομάζουμε εναπόθεση ευθυνών από τον καναπεδάρχη σε μια παρέα παραμυθένιων ηρώων.

Οποιαδήποτε ‘’λύση’’ προταθεί μέσα από τις καρέκλες της εξουσίας, θα γέρνει προφανώς πρώτα υπέρ της αφού αποφασίζει μόνη της. Μια τέτοια λύση εμείς τη λέμε αποσυμφόρηση. Τα μοντέλα εξουσίας έχουν πετύχει την αφομοίωση μιας εικόνας όπου τα αφεντικά μπορούν να ξεκλέβουν κεφαλαιακά το κάτι τις τους ή στην καλύτερη να λαμβάνουν απλά υπέρογκους μισθούς, αρκεί να εξασφαλίζουν στο μέσο υπήκοο τη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης. Άρα ο αντικρατισμός σίγουρα δε χωράει στο ‘’φταίνε και οι 300’’.

Συνήθως όταν δεν έχεις να χάσεις τίποτα βγαίνεις στο δρόμο και τα παίζεις όλα για όλα. Επίσης αναθεωρείς για την αναγκαιότητα συλλογικής σκέψης χωρίς μικροαστικά υπερεγώ καθώς η καπιταλιστική κρίση προκαλεί σε μεγάλο βαθμό οικονομική ‘’ομογενοποίηση’’ μεταξύ μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων άρα και κοινωνική. Η Ελλάδα μάλλον ανήκει στις εξαιρέσεις προς το παρόν και λέμε ‘’προς το παρόν’’ διότι οι εστίες σύγκρουσης στη χώρα την περασμένη Κυριακή, μόνο αισιοδοξία μπορούν να αποπνέουν.

Τα αφεντικά κατάφεραν τα προηγούμενα χρόνια να συσσωρεύσουν τον πληθυσμό πολύ πιο επιτακτικά στις μητροπόλεις άρα και τα ριζοσπαστικά στοιχεία που τους αναλογούν. Πάνε περίπου 60 χρόνια από τότε που οι αγρότες ήταν επικίνδυνες εστίες αντίστασης στα χωριά μέχρι που παρήκμασαν την υπαίθρια εργασία, τα ντόπια και ‘’εισαγωγής’’ αφεντικά. Τελικά ο έλεγχος του ταξικού ανταγωνισμού έγινε πολύ μεθοδικότερος με τη συσπείρωση εργατών στις πρωτεύουσες . Εμείς λοιπόν έχουμε ως στόχο τη διάδοση της ταξικής αντιπαλότητας, οπουδήποτε έχει ριζώσει ο καπιταλιστικός μηχανισμός. Δηλαδή παντού και ιδιαίτερα εκεί που την εξάλειψαν.

Η συνωμοτική αυτόνομη δράση δεν είναι αυτοσκοπός. Όταν το κράτος απαντάει σε ειρηνικές διαμαρτυρίες με καταστολή, τότε μένει μόνο η απάντηση με τόση βία, ανάλογη με τη βία που νομιμοποίησε. Όσο ανυποχώρητοι δείχνουν αυτοί άλλο τόσο οφείλουμε να κλιμακώνουμε το μίσος μας με οργανωμένη δράση. Άρα οι κινήσεις εντυπωσιασμού που γίνονται από τους ειδήμονες του αγώνα απροφύλακτοι από τα χημικά και τις κάμερες, τα πελατειακά κυκλώματα της επαναστατικής εξουσίας- κατάλοιπα ρεφορμιστικών αγώνων του παρελθόντος, το γέμισμα των επαναστατικών βιογραφικών με ριζοσπαστικά γαλόνια, ο εκφυλισμός της αλληλεγγύης με αντάλλαγμα την κάλπη, η αναπάντητη καταστολή στην κερκίδα του θεάματος για την πώληση αγωνιστικών ημερολογίων, το νταηλίκι της επωνυμίας την ώρα που το κράτος έχει κομμένη ραμμένη τη δικαιοσύνη στα αστικά του μέτρα, είναι απολιθώματα εχθρικά σε ‘μας αφού διδάσκουν την αναποτελεσματικότητα.
Οι δρόμοι την Κυριακή 12/2/2012 γέμισαν με ‘’προβοκάτορες’’. Παππούδες, απολυμένους, μελλοντικούς μετανάστες, συγκρουσιακές ομάδες που στέκονταhthttp://www.blogger.com/img/blank.giftp://www.blogger.com/img/blank.gifν ανυποχώρητες και αλληλέγγυες στους υπόλοιπους στη διάρκεια του χημικού πολέμου. Οι δημοσιογράφοι, πτώματα γερασμένα από την κατάδοση, έβαλαν σε επανάληψη να παίζονται οι φωτιές στο κέντρο της Αθήνας αποκρύπτοντας τη μαζικότητα των κινητοποιήσεων καθώς και τον τρόπο που το κράτος άρχισε να τις διασπάει. Τα ΜΜΕ σε σφιχτό ταγκό με τα σκυλιά των κομμάτων και τα ανάλογα αστυνομικά τους συμπλέγματα, προσπαθούν να φρενάρουν την οργή ώστε να αποτρέψουν την εξέγερση: την κατασκευή ενός ισχυρού εσωτερικού εχθρού.

Αυτόνομος Πυρήνας Υπαίθρου